αδελφοσύνη

[аделфосини] ουσ. Θ. братство.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αδελφοσύνη" в других словарях:

  • αδελφοσύνη — αδελφοσύνη, η και αδερφοσύνη, η αδελφική συγγένεια, στενή φιλική σχέση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αδελφοσύνη — και αδερφοσύνη, η [αδελφός] 1. η σχέση, η συγγένεια μεταξύ αδελφών 2. στενή φιλική σχέση, φιλία, αγάπη 3. παλαιότερα, η μεγάλη φιλία που καθιερωνόταν με ειδική ιεροτελεστία ως αδελφική συγγένεια …   Dictionary of Greek

  • Ιερή Συμμαχία — Σύμφωνο που υπέγραψαν στις 26 Σεπτεμβρίου 1815 στο Παρίσι ο τσάρος της Ρωσίας, ο αυτοκράτορας της Αυστρίας και ο βασιλιάς της Πρωσίας. Σε αυτό προσχώρησαν και άλλοι ηγεμόνες, όπως ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ΙΗ’, αλλά απείχαν η Αγγλία (που… …   Dictionary of Greek

  • -σύνη — παραγωγική κατάλ. αφηρημένων ουσ. όλων τών περιόδων τής ελλην. γλώσσας. Κατά την επικρατέστερη άποψη, ανάγεται στη συνεσταλμένη βαθμίδα μιας ΙΕ ρίζας στην οποία ανάγονται επίσης τα: αρχ. ινδ. tvanam, αβεστ. θwanәm. Αρχικά, τα θηλ. ον. σε σύνη… …   Dictionary of Greek

  • αδελφότητα — Οργάνωση που αναπτύσσει επαγγελματική, φιλανθρωπική, κοινωνική ή θρησκευτική δράση. Α. ήταν και ενώσεις πιστών στη μεσαιωνική Ευρώπη, συνήθως υπό την προστασία ενός αγίου. Τα όρια μεταξύ συντεχνίας και α. είναι ασαφή, επειδή στην α. μετέχουν μέλη …   Dictionary of Greek

  • ψυχαδελφοσύνη — η, Ν (λαογρ.) (στη Μάνη) μορφή υιοθεσίας τού φονιά από τους συγγενείς τού σκοτωμένου, που περιείχε στοιχεία παρόμοια με εκείνα τής αδελφοποιίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψυχή + αδελφοσύνη] …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • Ζούζουλα, Ελένη — (Αίγιο 1870 – Αθήνα 1936). Λογία. Το 1908 ίδρυσε στην Αθήνα την Παιδική Αδελφοσύνη, ως τμήμα του Λυκείου των Ελληνίδων, που αποσκοπούσε στη συναδέλφωση παιδιών όλων των κοινωνικών τάξεων. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1916. Τα βιβλία της είναι… …   Dictionary of Greek

  • Κονγκό, Δημοκρατία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία του Κονγκό Συμβατική ονομασία: Κονγκό Μπραζαβίλ Παλαιότερη ονομασία: Γαλλικό Κονγκό (1910 60) / Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (1960 91) Έκταση: 324.000 τ. χλμ. Πληθυσμός: 2.958.000 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Μπραζαβίλ… …   Dictionary of Greek

  • Ρεϊχάνι, Αμίν ιμπν Φάρις — (1876 – 1940). Λιβανέζος συγγραφέας. Εγκαταστάθηκε το 1888 στις ΗΠΑ. Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Κολούμπια και υπήρξε θαυμαστής των Βολτέρου, Ρουσό και Νίτσε. Τα πρώτα έργα του ήταν σαφέστατα αντικληρικά. Το 1904 γύρισε στον Λίβανο, όπου …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.